ηιών

ηιών
Ονομασία δύο αρχαίων πόλεων. 1. Πόλη της Μακεδονίας. Στην αριστερή όχθη του Στρυμόνα, σε απόσταση 25 σταδίων από την Αμφίπολη, o Ξέρξης κατασκεύασε κοντά της γέφυρα για να περάσει ο περσικός στρατός στη Μακεδονία. Αργότερα, o Πέρσης στρατηγός Βόγης την υπερασπίστηκε εναντίον των Αθηναίων, που είχαν επικεφαλής τον Κίμωνα. Στον Πελοποννησιακό πόλεμο, o ιστορικός Θουκυδίδης –που ήταν στρατηγός– την έσωσε από τον Βρασίδα, δεν κατόρθωσε όμως να ανακτήσει την Αμφίπολη· γι’ αυτό καταδικάστηκε σε θάνατο, που τον απέφυγε μένοντας εξορία είκοσι χρόνια. Η πόλη καταστράφηκε από τους Άραβες. 2. Πόλη της Θράκης, αποικία των Μενδαίων. Κατελήφθη από τον Αθηναίο στρατηγό Σιμωνίδη το 425 π.Χ. στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, αλλά σύντομα απελευθερώθηκε με τη βοήθεια των Χαλκιδέων και των Βοττιαίων.
* * *
ἠϊών και ᾐών, δωρ. τ. ἀϊών και ᾀών, -όνος, ἡ (Α)
1. ακτή, όχθη τής θάλασσας, παραλία, ακρογιαλιά
2. (μετά τον Ομ., στον πληθ.) αἱ ἠϊόνες
ακτές λίμνης, όχθες ποταμού κ.λπ.
3. μτφ. (κατά τον Ησύχ.) «τὰ ὑποκάτω τῶν ὀφθαλμῶν διὰ τὸ φέρεσθαι κατ' αὐτῶν τἀ δάκρυα»
4. (κατά τον Πολυδ.) «ἠϊών
πᾱσα ἡ τῶν ὀφθαλμῶν περιγραφή».
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Κατά τα τοπωνύμια σε -ών (πρβλ. Σικυών), ο δωρ. τ. āϊών οδήγησε ορισμένους στην υποθετική σύνδεση με το αία «γη». Πιθανό παράγωγό του το ηϊόεις].

Dictionary of Greek. 2013.

Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • Ἠιών — Ἠϊών , Ἠϊών masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἠίων — Ἠΐων , Ἠϊών masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠιών — shore fem nom/voc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠίων — ἤια provisions for a journey neut gen pl ἤιος masc gen pl ᾖα sum neut gen pl ἠιόω provide with food imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἠιόω provide with food imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἠιόω provide with food imperf ind act 3rd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠιόνες — ἠιών shore fem nom/voc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠιόνεσσι — ἠιών shore fem dat pl (attic epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠιόνεσσιν — ἠιών shore fem dat pl (attic epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠιόνι — ἠιών shore fem dat sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠιόνος — ἠιών shore fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠιόσι — ἠιών shore fem dat pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”